σεληνιούχος

-α, -ο, θηλ. και -ος, Ν
1. χημ. αυτός που περιέχει σελήνιο (α. «σεληνιούχες ενώσεις» β. «σεληνιούχο κάδμιο»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνιο + -ούχος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στο Γαλλοελληνικόν Λεξικόν τών Σχινά και Λεβαδέως].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεληνιούχος — α, ο ό,τι περιέχει σελήνιο: Σεληνιούχα ορυκτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναουμανίτης — ο (ορυκτολ.) ορυκτός σεληνιούχος άργυρος που κρυσταλλώνεται κατά το κυβικό σύστημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. naumannite < γερμ. Naumannit < Karl Naumann, όν. Γερμανού μεταλλλειολόγου] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.